διαβίβαση

διαβίβαση
[-ις (-εως)] η
1) перевозка; переправка; 2) передача; пересылка; 3) πλ. связь;

λόχος διαβίβάσεων — рота связи


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "διαβίβαση" в других словарях:

  • διαβίβαση — η η αποστολή, η μεταφορά αντικειμένων και πληροφοριών μέσω ενός φορέα: Στο στρατό υπάρχει ειδική υπηρεσία για τη διαβίβαση πληροφοριών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαβίβαση — η 1. μεταβίβαση, μετάδοση, μεταφορά, αποστολή 2. (στον πληθ. και στη στρατιωτική ορολογία) οι διαβιβάσεις το όπλο τού στρατού που είναι επιφορτισμένο με την επικοινωνία τμημάτων, μονάδων, σωμάτων, όπλων, κλάδων, επιτελείων κ.λπ. τού στρατού …   Dictionary of Greek

  • διαβιβάσῃ — διαβιβάζω carry over aor subj mid 2nd sg διαβιβάζω carry over aor subj act 3rd sg διαβιβάζω carry over fut ind mid 2nd sg διαβιβάζω carry over aor subj mid 2nd sg διαβιβάζω carry over aor subj act 3rd sg διαβιβάζω carry over fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιβαστήριος — α, ο 1. αυτός που αφορά στη διαβίβαση 2. εκείνος μέσω τού οποίου συντελείται, γίνεται η διαβίβαση. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στα Έγγραφα τού Υπουργείου Παιδείας] …   Dictionary of Greek

  • Βεντένσκι, Μπόρις Αλεξέγιεβιτς — (1893 – 1969).Ρώσος ραδιοφυσικός. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Μόσχας το 1915 και από το 1928 ασχολήθηκε με τη διαβίβαση των υπερβραχέων κυμάτων πάνω από την επιφάνεια της Γης. Το 1965, σε συνεργασία με τον Μ.Α. Κόλοσοφ, υπολόγισε το πεδίο… …   Dictionary of Greek

  • αέριο — Σώμα σε κατάσταση τέτοια που δεν χαρακτηρίζεται ούτε από το σχήμα ούτε από τον όγκο του και αυτό οφείλεται στη σχεδόν πλήρη ελευθερία κίνησης των συστατικών σωματιδίων του και των σχετικά μεγάλων αποστάσεων μεταξύ τους. Η ύπαρξη χώρου μεταξύ των… …   Dictionary of Greek

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • αλληλογραφία — Η ανταπόκριση που γίνεται με την ανταλλαγή επιστολών ή εγγράφων· η επιστολογραφία. Η α. αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μέσα επικοινωνίας και καλύπτει τη στοιχειώδη ανάγκη των ανθρώπων για αμοιβαία ενημέρωση και πληροφόρηση. Σε ό,τι αφορά την… …   Dictionary of Greek

  • δέσμη — Σύνολο ομοειδών πραγμάτων που συγκρατούνται με περιτύλιγμα ή δεσμό· ορμαθός, πακέτο, χούφτα. (Μαθημ.) Οικογένεια καμπύλων στο επίπεδο ή επιφανειών στον χώρο, που συνδέονται γραμμικά με τις παραμέτρους. Για παράδειγμα, μια δ. γραμμών στο επίπεδο… …   Dictionary of Greek

  • δίεση — η (Α δίεσις) [διίημι] μουσ. ημιτόνιο νεοελλ. μουσ. σημάδι το οποίο σημειώνεται πάνω από έναν φθόγγο και δηλώνει ότι πρέπει να ανυψωθεί κατά ένα ημιτόνιο αρχ. 1. διαβίβαση, δίοδος 2. απόλυση 3. απελευθέρωση, εκφόρτωση 4. διαζύγιο 5. ύγρανση,… …   Dictionary of Greek

  • διαμήνυση — η (Α διαμήνυσις) [διαμηνύω] διαβίβαση μηνύματος με αγγελιαφόρο ή ειδικό αντιπρόσωπο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»